Μετάβαση στο περιεχόμενο

σμαλτώσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σμαλτώσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σμαλτώνω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σμαλτώνω
  3. θα σμαλτώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σμαλτώνω