σμυριδεργατικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα προτείνεται στον κατάλογο των σελίδων για διαγραφή . Παρακαλούμε δώστε τη γνώμη σας στη σελίδα συζήτησης του άρθρου ή προσθέστε το στο χώρο Συζήτησης: Βικιλεξικό:Σελίδες υποψήφιες για διαγραφή

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σμυριδεργατικός σμυριδεργατική σμυριδεργατικό
γενική σμυριδεργατικού σμυριδεργατικής σμυριδεργατικού
αιτιατική σμυριδεργατικό σμυριδεργατική σμυριδεργατικό
κλητική σμυριδεργατικέ σμυριδεργατική σμυριδεργατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σμυριδεργατικοί σμυριδεργατικές σμυριδεργατικά
γενική σμυριδεργατικών σμυριδεργατικών σμυριδεργατικών
αιτιατική σμυριδεργατικούς σμυριδεργατικές σμυριδεργατικά
κλητική σμυριδεργατικοί σμυριδεργατικές σμυριδεργατικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σμυριδεργατικός < σμυριδεργάτης + -ικος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σμυριδεργατικός, -ή, -ό

  1. ο σχετικός με τον σμυριδεργάτη, την εργασία, ασφάλεια, σύνταξη, υποχρεώσεις και δικαιώματά του
    "σμυριδεργατικός νόμος, σμυριδεργατική κατάσταση πληρωμής, σμυριδεργατικό ένσημο ή δικαίωμα κ.λπ.,

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • στη ναξιακή διάλεκτο δινόταν ίδια σημασία στον παράλληλα σε χρήση όρο σμυριδικός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]