σμύρη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | σμύρη | οι | σμύρες |
| γενική | της | σμύρης | των | σμυρών |
| αιτιατική | τη | σμύρη | τις | σμύρες |
| κλητική | σμύρη | σμύρες | ||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σμύρη < ελληνιστική κοινή σμύρις < σημιτικής προέλευσης
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σμύρη θηλυκό
- (σπάνιο) άλλη μορφή του σμύριδα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σμύρη
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από σημιτικές γλώσσες (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)