σμύριδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σμύριδα οι σμύριδες
      γενική της σμύριδας των σμυρίδων
    αιτιατική τη σμύριδα τις σμύριδες
     κλητική σμύριδα σμύριδες
Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος.
όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σμύριδα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σμύριδα θηλυκό

  • είδος σκληρού ορυκτού που εξάγεται και στη Νάξο και χρησιμοποιείται για τη λείανση επιφανειών
Η σμύριδα (καθαρεύουσα σμύρις, αγγλ. emery, γαλλ. émeri), το κοινώς λεγόμενο σμυρίγλι, είναι πέτρωμα που αποτελείται κυρίως από κορούνδιο (Al2O3) με ανάμιξη μαγνητίτη και προϊόντων χημικής αποσάθρωσης του τελευταίου, δηλαδή αιματίτη και λειμωνίτη. Ως επουσιώδη συστατικά μπορεί να περιέχει χαλαζία, σιδηροπυρίτη, μοσχοβίτη, τουρμαλίνη, βιοτίτη κ.ά.[1]

Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]