σοβάντισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

σοβάντισμα < σοβαντίζω + -μα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σοβάντισμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σοβαντίζω

Συνώνυμα[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]