σοβαρά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /so.vaˈɾa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σο‐βα‐ρά
Επίρρημα
[επεξεργασία]σοβαρά (τροπικό επίρρημα), συγκριτικός : σοβαρότερα, υπερθετικός : σοβαρότατα
- με σοβαρότητα, χωρίς αστεία
Σου μιλάω σοβαρά, κι αν θέλεις, πίστεψέ με.
- (ως ερώτηση) μπορεί να δηλώνει ειρωνεία και αμφισβήτηση όσων λέχθηκαν προηγουμένως
Μας υποσχέθηκε ότι θα μας δανείσει ένα ποσόν. - Σοβαρά; Αυτός έχει καβούρια στις τσέπες.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- σοβαρός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- σοβαρός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]σοβαρά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σοβαρός