Μετάβαση στο περιεχόμενο

σοβαρά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σοβαρά < σοβαρ(ός) + .

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /so.vaˈɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σοβαρά

Επίρρημα

[επεξεργασία]

σοβαρά (τροπικό επίρρημα), συγκριτικός:  σοβαρότερα, υπερθετικός:  σοβαρότατα

  1. με σοβαρότητα, χωρίς αστεία
    παράδειγμα  Σου μιλάω σοβαρά, κι αν θέλεις, πίστεψέ με.
  2. (ως ερώτηση) μπορεί να δηλώνει ειρωνεία και αμφισβήτηση όσων λέχθηκαν προηγουμένως
    παράδειγμα  Μας υποσχέθηκε ότι θα μας δανείσει ένα ποσόν. - Σοβαρά; Αυτός έχει καβούρια στις τσέπες.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

σοβαρά