σοβατζής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σοβατζής σοβατζήδες
γενική σοβατζή σοβατζήδων
αιτιατική σοβατζή σοβατζήδες
κλητική σοβατζή σοβατζήδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σοβατζής < τουρκική sıvacı + . Νεότερη ανάλυση σε sıva + -τζής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sɔ.vaˈdzis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σοβατζής αρσενικό

  • εργάτης οικοδομών που είναι ειδικευμένος στο σοβάτισμα, εξωτερικό ή εσωτερικό, χειρωνακτικά ή μηχανικά.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]