σοδιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σοδιάζω < μεσαιωνική ελληνική σοδιάζω < ἐσοδιάζω < ελληνιστική κοινή εἰσοδιάζω < εἰσόδιος < αρχαία ελληνική εἴσοδος < εἰς + ὁδός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sɔ.ˈðja.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σοδιάζω (παθητική φωνή: σοδιάζομαι)

  1. μαζεύω τη σοδειά και την αποθηκεύω
  2. (κατ’ επέκταση) μαζεύω και κατέχω διάφορα πλούτη

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]