σοδομία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | σοδομία | οι | σοδομίες |
| γενική | της | σοδομίας | των | σοδομιών |
| αιτιατική | τη | σοδομία | τις | σοδομίες |
| κλητική | σοδομία | σοδομίες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σοδομία < (λόγιο δάνειο) γαλλική sodomie [1] < υστερολατινική sodomia < Sdoma + -ία < ελληνιστική κοινή Σόδομα [2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /so.ðoˈmi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σο‐δο‐μί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σοδομία θηλυκό
- (παρωχημένο) η συνουσία από τον πρωκτό
- ※ Έτσι, για παράδειγμα, στην υπόθεση Brinkins (1975) ένας νεαρός 20 χρόνων καταδικάστηκε σε ισόβια για σοδομία σε βάρος ενός νεαρού παιδιού διότι σύμφωνα με την ιατρική μαρτυρία ο καταδικασθείς μπορούσε να χαρακτηρισθεί σαν ψυχικά ανώμαλος (sub - normal) αλλά δεν υπήρχε καμμιά θεραπεία που θα μπορούσε να τον εμποδίσει να επαναλάβει ... (Επιθεώρηση Κυπριακού Δικαίου, τόμος 2, εκδ. Ασσέλια, 1985, σελ. 1915)
- ※ «Εκείνη που επιδίδεται στις «μικρές τεχνικές» της ερωτικής πράξης - παραλείποντας τις ανώτερες όπως το τσιμπούκι, το γλείψιμο, τη σοδομία, τους ασυνήθιστους τρόπους ... » Θεέ μου, εντυπωσιάστηκα από τις γνώσεις του, την κοσμοπολίτικη πληροφόρησή του, από την τόλμη του να χρησιμοποιεί λέξεις που δεν ξεστόμισε κανείς ποτέ σ' αυτή τη μικρή πουριτανική πόλη (Νάνος Βαλαωρίτης, Ο σκύλος του Θεού: διηγήματα, εκδ. Καστανιώτη, 1998, σελ. 137)
- (παρωχημένο, σπάνιο) η κτηνοβασία (ΣτΕ: έχει βρεθεί μόνο σε λεξικά / εγκυκλοπαίδεια της πρώτης τριακονταετίας του 20ου αιώνα - δες παραθέματα)
- ※ Σοδομία, παρὰ φύσιν συνουσία (μίξις). Ιδ. Παιδεραστία (pédéraste) ἀρσενοκοιτία καὶ ὁμοφυλοφιλία (homosexualité ἢ unisexualité) . Ἐν τῇ ἰατροδικαστικῇ ἡ συνουσία ἀνδρὸς ἢ γυναικὸς μετὰ ζώου. Συνών. τοῦ κτηνομιξία, κτηνοβασία (Αντώνιος Θ. Ηπίτης, Λεξικόν Ελληνογαλλικόν (και Γαλλοελληνικόν) της λαλούμενης Ελληνικής γλώσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους), 1912, σελ. 1051)
- ※ Κτηνοβασία ἢ ζωοφιλία (κατά τινας σοδομία) καλεῖται ἡ τοῦ γενετησίου αἰσθήματος διαστροφή, καθ' ἣν ἐπιζητεῖται ἡ μετά κτηνών αφροδίσιος συνομιλία (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κοσμολογία-Λεπτοκαρυών, εκδότης Βίκτωρ Δούσμανης, 1931, σελ. 311)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]→ δείτε και τη λέξη Σόδομα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ «Σόδομα» - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ σοδομία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα υστερολατινικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ία (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)