σοκ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σοκ < γαλλική choc

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σοκ ουδέτερο

  1. (ιατρική) το σύνολο των διαταραχών που προκαλούνται από βίαιες μεταβολές της κατάστασης του οργανισμού
    σηπτικό σοκ, αλλεργικό σοκ
  2. (μεταφορικά) ξάφνιασμα
    έπαθα σοκ έτσι όπως τον είδα ξαφνικά μπροστά μου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]