σοκάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

==Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) == Η ΛΕΞΗ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΟΚΟΡΙΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΕΞΕΩΣ ΕΣΟΧΗ


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σοκάκι σοκάκια
γενική σοκακιού σοκακιών
αιτιατική σοκάκι σοκάκια
κλητική σοκάκι σοκάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σοκάκι > τουρκική sokak > αραβική zuqâq زقاق

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σοκάκι ουδέτερο

  • στενό δρομάκι ανάμεσα σε κτίσματα
    • Στου Προφήτη Ηλία τα σοκάκια...

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]