σοκάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σοκάκι σοκάκια
γενική σοκακιού σοκακιών
αιτιατική σοκάκι σοκάκια
κλητική σοκάκι σοκάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σοκάκι < τουρκική sokak < αραβική زقاق (zuqāq)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σοκάκι ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]