σοκακόπαιδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

σοκακόπαιδο < σοκάκι + παιδί

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σοκακόπαιδο ουδέτερο

  1. παιδί του δρόμου, αλάνι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]