σοκολατόπαιδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σοκολατόπαιδο τα σοκολατόπαιδα
      γενική του σοκολατόπαιδου των σοκολατόπαιδων
    αιτιατική το σοκολατόπαιδο τα σοκολατόπαιδα
     κλητική σοκολατόπαιδο σοκολατόπαιδα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σοκολατόπαιδο < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σοκολατόπαιδο ουδέτερο

  • παιδί που έχει μεγαλώσει μέσα στις ανέσεις, δεν του έχει λείψει τίποτα και δεν έχει σκληραγωγηθεί καθόλου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]