σολιψισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σολιψισμός σολιψισμοί
γενική σολιψισμού σολιψισμών
αιτιατική σολιψισμό σολιψισμούς
κλητική σολιψισμέ σολιψισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σολιψισμός < γαλλική solipsisme < λατινική solus (= μόνος) + ipse (= αυτός ο ίδιος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σολιψισμός αρσενικό

  1. (φιλοσοφία) φιλοσοφική / επιστημολογική θεωρία σύμφωνα με την οποία το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε (με βεβαιότητα) είναι η προσωπική μας αντίληψη / συνείδηση. Ο εξωτερικός κόσμος -που μπορεί να μην είναι καν υπαρκτός- δεν είναι προσβάσιμος από τη γνώση μας (δε μπορεί δηλ. να γίνει κτήμα της).
  2. (θρησκεία) μεταφυσική πεποίθηση ότι ο κόσμος είναι δημιούργημα μόνο του μυαλού του καθενός ανθρώπου. Άρα δεν υπάρχει τίποτα έξω από τη σκέψη μας.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]