Μετάβαση στο περιεχόμενο

σολοικισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σολοικισμός οι σολοικισμοί
      γενική του σολοικισμού των σολοικισμών
    αιτιατική τον σολοικισμό τους σολοικισμούς
     κλητική σολοικισμέ σολοικισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σολοικισμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σολοικισμός [1] < σολοικίζω < σόλοικος < Σόλοι, πόλη της Κιλικίας, όπου η ελληνική μιλιόταν με ξένες επιδράσεις και παραφθαρμένα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /so.li.ciˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός : σο‐λοι‐κι‐σμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σολοικισμός αρσενικό

  • το συντακτικό ή εκφραστικό λάθος, η λανθασμένη χρησιμοποίηση συντακτικών μορφών της γλώσσας στον προφορικό ή το γραπτό λόγο
    παραδείγματα σολοικισμού: *«όσο αναφορά» το θέμα αυτό - αντί: όσον αφορά το θέμα αυτό, *«υπέρ του μηδενός» αντί: πάνω από το μηδέν
    ※  19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ὁ Καλόγερος, κεφάλαιο Β΄, [διήγημα] (1892) @papadiamantis.net
    Αὐτοί, οἱ δοκοῦντες εὐπαίδευτοι, δὲν εἶναι οἱ ἀνεχόμενοι ν᾽ ἀκούωσι τερατώδεις σολοικισμοὺς ἐν τῇ ἱερᾷ ἀκολουθίᾳ, καὶ οἱ ἴδιοι πολλάκις σολοικίζοντες; […]
    → δείτε  βαρβαρισμός αφορά λανθασμένες μορφές της γλώσσας, πχ. : Το αρεοπλάνο.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Όροι για τα λάθη στον λόγο:

και

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]