Μετάβαση στο περιεχόμενο

σολομός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Σολομός, Σολωμός, Σολωμών

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σολομός οι σολομοί
      γενική του σολομού των σολομών
    αιτιατική τον σολομό τους σολομούς
     κλητική σολομέ σολομοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
αναπαράσταση σολομού
ψητός σολομός με πατάτες τηγανητές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σολομός < μεσαιωνική ελληνική *σολομός[1] [2] < λατινική salmo[1] [2] < κελτικής προέλευσης [3] / γαλατική [3]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /so.loˈmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σολομός
ομόηχα: Σολομός, Σολωμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σολομός αρσενικό

  1. (ιχθυολογία) μεγαλόσωμο ανάδρομο ψάρι των ψυχρών υδάτων του Βόρειου Ημισφαιρίου με χαρακτηριστικές σκούρες κηλίδες, το οποίο γεννιέται στα γλυκά νερά, αναπτύσσεται στη θάλασσα και επιστρέφει στα ποτάμια για να αναπαραχθεί
  2. (μαγειρική, γαστρονομία) το ροδαλό, θρεπτικό και ιδιαίτερα γευστικό κρέας του συγκεκριμένου ψαριού, το οποίο καταναλώνεται νωπό, κατεψυγμένο, καπνιστό ή μαριναρισμένο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 σολομός - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  2. 1 2 σολομός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. 1 2 Alfred Ernout, Antoine Meillet, Dictionnaire étymologique de la langue latine: histoire des mots‎, εκδ. Klincksieck, Παρίσι 2001, σελ. 591, λήμμα salmō, ōnis.