σολομός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | σολομός | οι | σολομοί |
| γενική | του | σολομού | των | σολομών |
| αιτιατική | τον | σολομό | τους | σολομούς |
| κλητική | σολομέ | σολομοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σολομός αρσενικό
- (ιχθυολογία) μεγαλόσωμο ανάδρομο ψάρι των ψυχρών υδάτων του Βόρειου Ημισφαιρίου με χαρακτηριστικές σκούρες κηλίδες, το οποίο γεννιέται στα γλυκά νερά, αναπτύσσεται στη θάλασσα και επιστρέφει στα ποτάμια για να αναπαραχθεί
- (μαγειρική, γαστρονομία) το ροδαλό, θρεπτικό και ιδιαίτερα γευστικό κρέας του συγκεκριμένου ψαριού, το οποίο καταναλώνεται νωπό, κατεψυγμένο, καπνιστό ή μαριναρισμένο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
σολομός στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σολομός
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 σολομός - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- 1 2 σολομός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- 1 2 Alfred Ernout, Antoine Meillet, Dictionnaire étymologique de la langue latine: histoire des mots, εκδ. Klincksieck, Παρίσι 2001, σελ. 591, λήμμα salmō, ōnis.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από κελτικές γλώσσες (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλατικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ψάρια (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Ιχθυολογία (νέα ελληνικά)
- Μαγειρική (νέα ελληνικά)
- Γαστρονομία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)