σονάτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: σονέτο

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σονάτα οι σονάτες
      γενική της σονάτας των σονατών
    αιτιατική τη σονάτα τις σονάτες
     κλητική σονάτα σονάτες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σονάτα < ιταλ. sonata

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σονάτα θηλυκό

μουσική σύνθεση για ένα ή δυο όργανα με τρία ή τέσσερα μέρη διαφορετικής ρυθμικής αγωγής.

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

  • σονάτα δωματίου (sonata da camara)
  • εκκλησιαστική σονάτα (sonata da Chiesa)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]