σουμάδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | σουμάδα | οι | σουμάδες |
| γενική | της | σουμάδας | των | σουμάδων |
| αιτιατική | τη | σουμάδα | τις | σουμάδες |
| κλητική | σουμάδα | σουμάδες | ||
| Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /suˈma.ða/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σου‐μά‐δα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σουμάδα θηλυκό
- (τεχνολογία τροφίμων) παραδοσιακό μη αλκοολούχο ποτό, συνήθως λευκό και αρωματικό, που παρασκευάζεται από εκχύλισμα γλυκών —και κατά τόπους πικρών— αμυγδάλων με προσθήκη ζάχαρης και νερού, και καταναλώνεται αραιωμένο ως αναψυκτικό
η γιαγιά μάς κέρασε σουμάδα σε χαμηλά ποτήρια

Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
σουμάδα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ελπίδα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -άδα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Τεχνολογία τροφίμων (νέα ελληνικά)
- Ποτά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)