σουμάδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σουμάδα οι σουμάδες
      γενική της σουμάδας των σουμάδων
    αιτιατική τη σουμάδα τις σουμάδες
     κλητική σουμάδα σουμάδες
όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σουμάδα < πιθανόν σούμα + -άδα[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /suˈma.ða/
συλλαβισμός: σου‐μά‐δα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σουμάδα θηλυκό

η γιαγιά μας κέρασε σουμάδα σε χαμηλά ποτήρια

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.