Μετάβαση στο περιεχόμενο

σουμάδα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σουμάδα οι σουμάδες
      γενική της σουμάδας των σουμάδων
    αιτιατική τη σουμάδα τις σουμάδες
     κλητική σουμάδα σουμάδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σουμάδα < πιθανόν σούμα + -άδα[1] [2] < τουρκική suma[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /suˈma.ða/
τυπογραφικός συλλαβισμός : σου‐μά‐δα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σουμάδα θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)