Μετάβαση στο περιεχόμενο

σουμπλιμές

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σουμπλιμές οι σουμπλιμέδες
      γενική του σουμπλιμέ των σουμπλιμέδων
    αιτιατική τον σουμπλιμέ τους σουμπλιμέδες
     κλητική σουμπλιμέ σουμπλιμέδες
Κατηγορία όπως «καφές» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σουμπλιμές < γαλλική sublimé < γαλλική sublimer < λατινική sublimare

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σουμπλιμές αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • σουμπλιμές - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)