σουπερνόβα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σουπερνόβα < μεταφορά στα ελληνικά από τις λατινικές λέξεις super + nova

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σουπερνόβα αρσενικό

  • (αστρονομία) αστέρας ο οποίος φτάνει στο τέλος της ζωής του και εκρήγνυται, εκτοξεύοντας μακριά το μεγαλύτερο μέρος της μάζας του, ενώ η λάμψη του αυξάνεται έντονα προτού αδυνατίσει εντελώς

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]