σουπερνόβα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σουπερνόβα < μεταφορά στα ελληνικά από τις λατινικές λέξεις super + nova

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σουπερνόβα αρσενικό

  • (αστρονομία) αστέρας ο οποίος φτάνει στο τέλος της ζωής του και εκρήγνυται, εκτοξεύοντας μακριά το μεγαλύτερο μέρος της μάζας του, ενώ η λάμψη του αυξάνεται έντονα προτού αδυνατίσει εντελώς

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]