Μετάβαση στο περιεχόμενο

σουρομαδηθείτε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σουρομαδηθείτε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σουρομαδιέμαι
  2. θα σουρομαδηθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σουρομαδιέμαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σουρομαδιέμαι