σουρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σουρώνω < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

σουρώνω

  1. περνάω ένα υγρό μέσα από ένα σουρωτήρι
  2. (για ρούχο, ύφασμα) κάνω σούρες
  3. μεθάω, γίνομαι σκνίπα

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια