σουσουράδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

σουσουράδα (1)
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σουσουράδα οι σουσουράδες
      γενική της σουσουράδας των σουσουράδων
    αιτιατική τη σουσουράδα τις σουσουράδες
     κλητική σουσουράδα σουσουράδες
όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σουσουράδα < μεσαιωνική ελληνική σουσουράδα < σείω + ουρά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σουσουράδα θηλυκό

  1. (ορνιθολογία) λαϊκή ονομασία του πουλιού σεισοπυγίς (Motacilla alba), που όλο κουνά την ουρά του
    Συνώνυμα τσιλιβήθρα, κωλοσούσα, μοτακίλλα, κίλλουρος, κιναίδιον, σεισοπυγίς, σχοινίλος
  2. (μεταφορικά) νεαρή κοπέλα που κάνει όλο καμώματα και νάζια

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]