Μετάβαση στο περιεχόμενο

σουτζούκι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σουτζούκι τα σουτζούκια
      γενική του σουτζουκιού των σουτζουκιών
    αιτιατική το σουτζούκι τα σουτζούκια
     κλητική σουτζούκι σουτζούκια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
1. Σουτζούκι

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σουτζούκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική sucuk

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σουτζούκι ουδέτερο

  1. ξηρό, πικάντικο λουκάνικο
  2. γλυκό από καρύδια και μούστο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]