Μετάβαση στο περιεχόμενο

σοφάς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σοφάς οι σοφάδες
      γενική του σοφά των σοφάδων
    αιτιατική τον σοφά τους σοφάδες
     κλητική σοφά σοφάδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
σοφάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική sofa < αραβική صفة (súffa)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σοφάς αρσενικό

  1. είδος καναπέ ή κρεβατιού, ενίοτε κτιστού
    ≈ συνώνυμα: μιντέρι
  2. (παρωχημένο) υπερυψωμένη εξέδρα ή κατασκευή μέσα σε δωμάτιο, που χρησίμευε για κατάκλιση
    παράδειγμα  ο σοφάς χρησίμευε ως χώρος ύπνου και η πρόσβαση σε αυτόν γινόταν με μικρή ξύλινη σκάλα
  3. (παρωχημένο, σπάνιο) ανοιχτός χώρος μπροστά από το σπίτι, συνήθως πλακοστρωμένος
    ※  Ὁ σοφάς ἐξακολουθεῖ νά κατασκευάζεται ἀπαραίτητα μπροστά σε κάθε κατοικία. Ἡ πεζούλα στήν πρόσοψη, πού χρησιμεύει γιά πρόχειρο κάθισμα, δέν ἀποτελεῖ κανόνα (Θεσσαλικά Χρονικά Τόμος 13, Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία των Θεσσαλών, 1980, σελ. 56)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]


Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

σοφάς

  • αιτιατική του σοφή στην καθαρεύουσα
    ※  Εἶναι συνωδευμένα μὲ σημειώσεις σοφάς, ἀπὸ τὰς ὁποίας δύναται νὰ ὠφεληθῇ, ἂν γνωρίζῃ τὴν λατινικὴν γλῶσσαν (Αδαμάντιος Κοραής, Αδαμαντίου Κοραή τα μετά θάνατον ευρεθέντα συγγραμμάτια, 1886, σελ. 959)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

σοφάς

  • αιτιατική του σοφή
    ※  εἰ δὲ φήσει τις ὅτι δόξαν οὗτοι καὶ τιμὰς ἐθήρευον, ἐπὶ τοὺς σοφοὺς ἐλθὲ καὶ τὰς σοφὰς Ἀθήνησι σχολὰς καὶ διατριβάς ἀναπέμπασαι τὰς ἐν Λυκείῳ τὰς ἐν Ἀκαδημείᾳ, τὴν Στοὰν τὸ Παλλάδιον τὸ Ὠδεῖον. (Πλούταρχος, (περίπου 45–120), Ηθικά, Περί φυγής)
    αν δε κάποιος πει ότι αυτοί κυνηγούσαν δόξες και τιμές, στους σοφούς έλα και τις σοφές σχολές και διατριβές της Αθήνας θυμήσου στο Λύκειο, στην Ακαδημία, στη Στοά, το Παλλάδιον, το Ωδείο