σοφιστείτε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]σοφιστείτε
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοφίζομαι
- θα σοφιστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σοφίζομαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σοφίζομαι