Μετάβαση στο περιεχόμενο

σοφιστείτε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σοφιστείτε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοφίζομαι
  2. θα σοφιστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σοφίζομαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σοφίζομαι