Μετάβαση στο περιεχόμενο

σοφιστώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σοφιστώ

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σοφίζομαι
  2. θα σοφιστώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σοφίζομαι