σούρβα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα σούρβα
      γενική των σούρβων
    αιτιατική τα σούρβα
     κλητική σούρβα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σούρβα < πληθυντικός αριθμός του σούρβο < μεσαιωνική ελληνική σοῦρβον < λατινική sorbum < sorbus

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σούρβα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  • τα κάλαντα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς ή των Φώτων (από το ευετηριακό έθιμο να δίνονται καρποί σουρβιάς (σούρβα) ως κέρασμα στους καλαντιστές)
    • Σούρβα σούρβα, γιρό κουρμί / γιρό κουρμί, γιρό σταυρί / σαν ασήμι, σαν κρανιά / κι του χρόν’ ούλ’ γιροί, / ούλ’ γιροί καλόκαρδοι. // Σούρβα σούρβα για χαρά / για σταφίδις, για παρά / για καρύδις, για μπαντέμια / για ένα ξυλουκέρατου. (Κάλαντα Πρωτοχρονιάς)
    • Ήτανε παραμονή των Φωτών –ξεύρεις πώς είναι η καρδιά μου σε τέτοιαις επίσημαις ημέραις. Ενθυμήθηκα τον μακαρίτη τον πατέρα σου, κ’ ενθυμήθηκα πως μια τέτοια παραμονή, σαν είδες του κόσμου τα παιδιά που κρατούσαν ταις σουρβιαίς και σούρβιζαν τους ανθρώπους μέσ’ στον δρόμο, πήρες και συ μια σκούπα και άρχισες να χτυπάς τον πατέρα σου πά’ στην ράχη και να τον σουρβίζης: “Σούρβα, σούρβα! γερό κορμί, γερό σταυρί, όλο γεια και δύναμι, και του χρόν’ γεροί!” Έτσι μικρό που ήσουνε, ήξευρες τα λόγια. (Γεώργιος Βιζυηνός, Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

σούρβα