σπάγγος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | σπάγγος | οι | σπάγγοι |
| γενική | του | σπάγγου | των | σπάγγων |
| αιτιατική | τον | σπάγγο | τους | σπάγγους |
| κλητική | σπάγγε | σπάγγοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σπάγγος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπάγγος → και δείτε τη λέξη σπάγκος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈspaŋ.ɡos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σπάγ‐γος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σπάγγος αρσενικό
- άλλη γραφή του σπάγκος
- ※ Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ ἡ γυναίκα τοῦ Παρνασσοῦ πάει νʼ ἀγοράσει κάτι χρειαζούμενο ἀπὸ ἕνα μαγαζάκι ἐκεῖ κοντά. Εἶναι κι αὐτὸ ἕνα καλύβι, προσφυγόσπιτο. Στὸ παραθύρι τοῦ καλυβιοῦ, πίσω ἀπʼ τὸ τζάμι, εἶναι ἀραδιασμένα, κρεμασμένα ἀπὸ σπάγγο, τὰ πράματα: κόλλες, φάκελλοι, κουβαρίστρες, κορδέλλες χρωματιστές, ἄλλα πολλά.
- ⌘ Ηλίας Βενέζης, Οι νικημένοι, [διηγήματα], αρχική δημοσίευση: (1954), εκδόσεις: Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Ι.Δ. Κολλάρου, @google.gr/books
- ※ Ὄχι παπούτσια ἕτοιμα ἀλλά ὑλικό γιά ἕνα ἤ δυό ζευγάρια: σόλες, πανωδέρματα, βάρδουλα, κορδόνια - Βάλε καί σπάγγο, θά τούς ἔμεινε σπάγγος ἐκεῖ πέρα; Ὡς καί κεράκια γιά φινίρισμα βάζανε, Γιατί πετσιά καί ὄχι παπούτσια δέν τό κατάλαβα. Μπορεῖ νά εἶχαν ξεχάσει πιά τί μέγεθος φοροῦσαν οἱ δικοί τους. (Έλλη Αλεξίου, Ανθολογία ελληνικής αντιστασιακής λογοτεχνίας, 1941-1944, 1965, σελ. 394)
- ※ Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ ἡ γυναίκα τοῦ Παρνασσοῦ πάει νʼ ἀγοράσει κάτι χρειαζούμενο ἀπὸ ἕνα μαγαζάκι ἐκεῖ κοντά. Εἶναι κι αὐτὸ ἕνα καλύβι, προσφυγόσπιτο. Στὸ παραθύρι τοῦ καλυβιοῦ, πίσω ἀπʼ τὸ τζάμι, εἶναι ἀραδιασμένα, κρεμασμένα ἀπὸ σπάγγο, τὰ πράματα: κόλλες, φάκελλοι, κουβαρίστρες, κορδέλλες χρωματιστές, ἄλλα πολλά.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σπάγγος
|
Πηγές
[επεξεργασία]- σπάγγος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)