Μετάβαση στο περιεχόμενο

σπάνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σπάνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπάνω < σπά(ζω) + -νω, κατά τον σχηματισμό του φτάνω λόγω του περίπου ίδιου συνοπτικού θέματος των ρημάτων (σπασ- και φτασ-)

σπάνω



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα