σπάργανα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα σπάργανα
      γενική των σπαργάνων
    αιτιατική τα σπάργανα
     κλητική σπάργανα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπάργανα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπάργανα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. οι μακριές και φαρδιές υφασμάτινες ταινίες, με τις οποίες τύλιγαν παλιά τα μωρά
     συνώνυμα: φασκιές
  2. (μεταφορικά) στα σπάργανα: σε νηπιακή ηλικία, στο ξεκίνημα, σε πρώιμο στάδιο


Μεταφράσεις[επεξεργασία]