Μετάβαση στο περιεχόμενο

σπάρινγκ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σπάρινγκ < (άμεσο δάνειο) αγγλική sparring

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σπάρινγκ ουδέτερο, άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]