σπάρτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : σπαρτό

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπάρτο σπάρτα
γενική σπάρτου σπάρτων
αιτιατική σπάρτο σπάρτα
κλητική σπάρτο σπάρτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπάρτο < αρχαία ελληνική σπάρτον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sper-to < *sper- (στρίβω, συστρέφω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈspaɾ.tɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπάρτο ουδέτερο

  • (βοτανική) θάμνος (αγγειόσπερμο δικοτυλήδονο φυτό, που ανήκει στην τάξη των Κυαμωδών και στην οικογένεια των Χεδρωπών ή Κυαμοειδών: Spartium junceum, Σπάρτιον το βουρλοειδές) με μακριά λεπτά κλωνάρια, από τα οποία πλέκουν διάφορα αντικείμενα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]