σπήλιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σπήλιο τα σπήλια
      γενική του σπήλιου των σπήλιων
    αιτιατική το σπήλιο τα σπήλια
     κλητική σπήλιο σπήλια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπήλιο < σπήλαιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπήλιο ουδέτερο

  1. δείτε τις λέξεις: σπήλαιο και σπηλιά