σπίλωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπίλωση < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπίλωση θηλυκό

  • πλήγμα κατά της ηθικής υπόστασης κάποιου

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]