σπίρτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπίρτο σπίρτα
γενική σπίρτου σπίρτων
αιτιατική σπίρτο σπίρτα
κλητική σπίρτο σπίρτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σπίρτο < λατινική spiritus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σπίρτο ουδέτερο

  1. μικρό επίμηκες κομμάτι ξύλο ή χαρτόνι που στη μιά του άκρη είναι καλυμμένο με εύφλεκτη ουσία και χρησιμοποιείται για το άναμμα φωτιάς
  2. το οινόπνευμα
  3. το υδροχλωρικό οξύ (HCl)
  4. (μεταφορικά) πολύ έξυπνος άνθρωπος
αυτό το παιδί είναι σπίρτο!

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]