σπαθί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπαθί σπαθιά
γενική σπαθιού σπαθιών
αιτιατική σπαθί σπαθιά
κλητική σπαθί σπαθιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σπαθί < σπαθίον < σπάθη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /spa.ˈθi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σπαθί ουδέτερο

  1. όπλο που αποτελείται από μια μακριά, κοφτερή και, συνήθως, ατσάλινη λεπίδα που έχει προσαρμοστεί σε ειδική λαβή
  2. (χαρτοπαίγνια) χαρτί της τράπουλας με μαύρο χρώμα που φέρει το σήμα του τριφυλλιού (♣)
  3. (μεταφορικά) άτομο εμπιστοσύνης που συμπεριφέρεται σωστά και με τιμιότητα

Εκφράσεις[]

  • με το σπαθί μου: με την προσωπική προσπάθεια και αξία

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]