σπαθιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπαθιά σπαθιές
γενική σπαθιάς σπαθιών
αιτιατική σπαθιά σπαθιές
κλητική σπαθιά σπαθιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σπαθιά < σπαθί + -ιά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σπαθιά θηλυκό

  1. χτύπημα που καταφέρεται με σπαθί
  2. το τραύμα που προκαλεί ένα τέτοιο χτύπημα


32πχ Μεταφράσεις[]