σπανακόπιτα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σπανακόπιτα θηλυκό
- (γαστρονομία) πίτα με φύλλο εξωτερικά και γέμιση από σπανάκι
- ※ Πάνω στο μάρμαρο είδα ένα πιάτο σκεπασμένο μ' ασημόχαρτο. Τ' ανασήκωσα. Ήταν σπανακόπιτα με χοντρό φύλλο ξεροψημένο χωριάτικο. (Κωστής Γκιμοσούλης, Ανατολή, Κέδρος, 1998)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σπανακόπιτα
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' με δύσχρηστη γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με δύσχρηστη γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -πιτα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γαστρονομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)