σπαράγγι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπαράγγι σπαράγγια
γενική σπαραγγιού σπαραγγιών
αιτιατική σπαράγγι σπαράγγια
κλητική σπαράγγι σπαράγγια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπαράγγι < αρχαία ελληνική ἀσπάραγος
βλαστοί πράσινων και λευκών σπαραγγιών
σπαράγγι (χρώμα):    

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπαράγγι ουδέτερο

  1. πολυετές φυτό που ανήκει στο γένος Asparagus
  2. ο τρυφερός βλαστός του φυτού Asparagus officinalis που τρώγεται ως λαχανικό

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]