σπαρταρώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπαρταρώ < αρχαία ελληνική ἀσπαίρω (με επίδραση της λέξης λαχταρώ) < ἀ- + σπαίρω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *spʰer- (τινάζομαι, πηδώ)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /spaɾ.taˈɾɔ/
συλλαβισμός: σπαρ‐τα‐ρώ

Ρήμα[επεξεργασία]

σπαρταρώ

  1. (κυριολεκτικά) κινούμαι με σπασμωδικό τρόπο και τινάζομαι από δω κι από κει
  2. (μεταφορικά) βιώνω έντονα συναισθήματα (χαράς, φόβου κ.λπ.) και δονούμαι ή πάλλομαι απ' αυτά

Κλίση[επεξεργασία]

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]