Μετάβαση στο περιεχόμενο

σπαρτιά

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Σπαρτιά

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σπαρτιά οι σπαρτιές
      γενική της σπαρτιάς των σπαρτιών
    αιτιατική τη σπαρτιά τις σπαρτιές
     κλητική σπαρτιά σπαρτιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σπαρτιά < σπάρτ(ο) + -ιά

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /spaɾˈtça/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σπαρτιά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σπαρτιά θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • σπαρτιά - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)