σπασίκλας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σπασίκλας οι σπασίκλες
      γενική του σπασίκλα των σπασικλών
    αιτιατική τον σπασίκλα τους σπασίκλες
     κλητική σπασίκλα σπασίκλες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπασίκλας < σπάζω + -ίκλας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /spa.ˈsi.klas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπασίκλας αρσενικό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]