σπασμωδικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική σπασμωδικός σπασμωδική σπασμωδικό
γενική σπασμωδικού σπασμωδικής σπασμωδικού
αιτιατική σπασμωδικό σπασμωδική σπασμωδικό
κλητική σπασμωδικέ σπασμωδική σπασμωδικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σπασμωδικοί σπασμωδικές σπασμωδικά
γενική σπασμωδικών σπασμωδικών σπασμωδικών
αιτιατική σπασμωδικούς σπασμωδικές σπασμωδικά
κλητική σπασμωδικοί σπασμωδικές σπασμωδικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπασμωδικός < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

σπασμωδικός

  1. που γίνεται με σπασμούς ή συνοδεύεται από σπασμούς
    Οι σπασμωδικές μου κινήσεις προκαλούσαν περισσότερο τις μέλισσες. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους)
  2. ο χωρίς προπαρασκευή, σχεδιασμό

Σπασμωδικός βήχας.

Σκέψου καλά, μην κάνεις σπασμωδικές κινήσεις.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]