σπατάλη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπατάλη σπατάλες
γενική σπατάλης σπαταλών
αιτιατική σπατάλη σπατάλες
κλητική σπατάλη σπατάλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπατάλη < ελληνιστική κοινή σπατάλη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπατάλη θηλυκό

με τις σπατάλες της για δικό της όφελος η κυβέρνηση έφερε την οικονομία στα όριά της

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]