σπείρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: σπεῖρα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σπείρα οι σπείρες
      γενική της σπείρας των σπειρών
    αιτιατική τη σπείρα τις σπείρες
     κλητική σπείρα σπείρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπείρα < αρχαία ελληνική σπεῖρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sper- (συστρέφω, γυρίζω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπείρα θηλυκό

  1. καμπύλη που γράφει ένα σημείο ενώ περιστρέφεται και απομακρύνεται, προς μία κατεύθυνση, από κάποιο σταθερό σημείο
  2. μία πλήρης περιστροφή αυτής της καμπύλης
    ※ αυτή η βίδα έχει μόνο δέκα σπείρες
  3. ομάδα παρανόμων, συμμορία
    ※ συνελήφθη ο αρχηγός της σπείρας λαθρεμπόρων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]