σπεκουλαδόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπεκουλαδόρος σπεκουλαδόροι
γενική σπεκουλαδόρου σπεκουλαδόρων
αιτιατική σπεκουλαδόρο σπεκουλαδόρους
κλητική σπεκουλαδόρε σπεκουλαδόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπεκουλαδόρος < ιταλική speculatore

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπεκουλαδόρος αρσενικό (θηλυκό σπεκουλαδόρα)

  1. ο κερδοσκόπος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]