σπερματοζωάριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπερματοζωάριο σπερματοζωάρια
γενική σπερματοζωαρίου
& σπερματοζωάριου
σπερματοζωαρίων
& σπερματοζωάριων
αιτιατική σπερματοζωάριο σπερματοζωάρια
κλητική σπερματοζωάριο σπερματοζωάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σπερματοζωάριο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σπερματοζωάριο ουδέτερο

  1. (κυτταρολογία) Το αναπαραγωγικό κύτταρο ή γαμέτης του αρσενικού, το οποίο γονιμοποιεί το ωάριο για να παραχθεί ο ζυγώτης.

32πχ Μεταφράσεις[]