σπερματσέτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπερματσέτο σπερματσέτα
γενική σπερματσέτου σπερματσέτων
αιτιατική σπερματσέτο σπερματσέτα
κλητική σπερματσέτο σπερματσέτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπερματσέτο < ιταλική spermaceti < λατινική sperma ceti < αρχαία ελληνική σπέρμα + κῆτος (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπερματσέτο ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) ημίρρευστη κηρώδης ουσία που βρίσκεται στο κεφάλι κάποιων ειδών φάλαινας (και πίστευαν -λανθασμένα- πως ήταν σπέρμα)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κητόσπερμα
  2. (κατ’ επέκταση) (παρωχημένο) κερί κατασκευασμένο από τέτοια ουσίαλίπος φώκιας κ.λπ.)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αλειμματοκέρι

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]