σπεύσει
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]σπεύσει
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπεύδω
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπεύδω
- θα σπεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σπεύδω